Υπολογισμός Αποδοχών Αδείας

Υπολογισμός Αποδοχών Αδείας

Κατά τη διάρκεια της αδείας του, οφείλονται στον μισθωτό οι «συνήθεις αποδοχές», εκείνες δηλαδή που θα ελάμβανε ο μισθωτός εάν απησχολείτο στην επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο.

Υπολογισμός αποδοχών αδείας

Για τον υπολογισμό των αποδοχών αδείας οφείλουμε να εφαρμόσουμε τον θεμελιώδη κανόνα που θεσπίζει ο Α.Ν. 539/45· Κατά τη διάρκεια της αδείας του, οφείλονται στον μισθωτό οι «συνήθεις αποδοχές», εκείνες δηλαδή που θα ελάμβανε ο μισθωτός εάν απησχολείτο στην επιχείρηση κατά τον αντίστοιχο χρόνο. Συνεπώς, ο μισθωτός θα δικαιούται αριθμό ημερομισθίων (αν αμείβεται με ημερομίσθιο) η αριθμό εικοστών πέμπτων του μισθού (αν αμείβεται με μηνιαίο μισθό) ανάλογο προς τις συνολικές ημέρες αδείας. Κανουμε λόγο για ανάλογο και όχι για ίσο αριθμό ημερομισθίων (και εικοστών πέμπτων του μισθού) για τον εξής λόγο:

Συμφωνα με τις γενικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, καθώς και με τις ειδικότερες διατάξεις για την κανονική άδεια των μισθωτών, το ημερομίσθιο (και το αντίστοιχο 1/25 του μηναίου μισθού) αντιστοιχεί σε 6,66 ώρες εργασίας (ήτοι 6 ώρες και 40 λεπτά). Το αυτό ισχύει όχι μόνο για τούς μισθωτούς με σύστημα εξαημέρου εργασίας αλλά και για τούς εργαζόμενους με σύστημα οκτάωρης πενθήμερης εργασίας. (Η ρύθμιση αυτή στηρίζεται στο άρθρο 6 της από 26-2-75 ΕΓΣΣΕ που προβλέπει ότι και οι μισθωτοί που απασχολούνται επί 5 ημέρες αλλά επί 8 ώρες ημερησίως (5Χ8=40 ώρες εβδομαδιαίως), καλύπτουν με την εργασία τούς (1 ώρα και 20 λεπτά επί πλέον των 6 ωρών και 40 λεπτών που αντιστοιχούν στο εξαήμερο) και την έκτη ημέρα της εβδομάδος).

Στις περιπτώσεις που εξετάζουμε εδώ, τόσο κατά την εκ περιτροπής εργασία, όσο και κατά την πλήρη πενθήμερη εργασία, το ημερήσιο ωράριο εργασίας ανέρχεται σε 8 ώρες. Συνεπώς ο υπολογισμός των αποδοχών αδείας σε τόσα ημερομίσθια, όσες είναι και οι ημέρες της ετήσιας κανονικής αδείας δεν ανταποκρίνεται στον κανόνα του Α.Ν. 539/45, καθώς για τη μία ημέρα άδειας δεν αντιστοιχεί ένα ημερομίσθιο, αλλά ένα ημερομίσθιο συν 1/5 του ημερομισθίου.

Επομένως για τον ακριβή υπολογισμό των αποδοχών αδείας, δεν είναι σωστό να εξισώνονται με τόσα ημερομίσθια όσα και οι ημέρες αδείας, αλλά με τα ημερομίσθια που προκύπτουν από τον αριθμό των ημερών αδείας προσαυξημένο κατά 1/5. Εναλλακτικά, τα ημερομίσθια των αποδοχών αδείας θα ισούνται με τις ημέρες αδείας πολλαπλασιαζόμενες επί 1,2. Προκύπτουν οι τύποι:

Αποδοχές αδείας (ΑπΑδ)
Αμειβόμενος με ημερομίσθια: ΑπΑδ = ΗΑσ Χ 1,2 ημερομίσθια πλήρους απασχόλησης
Αμειβόμενος με μηνιαίο μισθό: ΑπΑδ = (ΗΑσ Χ 1,2/25) Χ πλήρης μηνιαίος μισθός
* ΗΑσ = Συνολικές Ημέρες αδείας

Προσοχή πρέπει να δοθεί στο ποιο ημερομίσθιο η ποίος μισθός θα ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό μας. Οπως σημειώνεται στούς ανωτέρω τύπους πρόκειται για το ημερομίσθιο και το μισθό αντίστοιχα που αντιστοιχούν στην πλήρη απασχόληση και όχι για τα αναλογικά μειωμένα με τα οποία αμείβεται ο μισθωτός κατά την εκ περιτροπής εργασία. (Διαφορετικά, δηλαδή αν στούς τύπους υπολογίζαμε το ημερομίσθιο η το μισθό της εκ περιτροπής εργασίας θα οδηγούμαστε σε άτοπο αποτέλεσμα. Αυτό διότι, η περίοδος της εκ περιτροπής απασχόλησης έχει ήδη «επηρεάσει» και δη έχει μειώσει τις αποδοχές αδείας με τη μείωση στις συνολικές ημέρες αδείας. Πιο κατανοητό θα γινόταν το άτοπο αν επιχειρείτο υπολογισμός με βάση τα ωρομίσθια που οφείλονται κατά την άδεια.)

Παρατηρούμε ότι για να εξεύρουμε τις αποδοχές αδείας (άρα και το επίδομα αδείας) δεν απαιτείται ξεχωριστός υπολογισμός για τα δύο διαστήματα. Αποφεύγονται έτσι άσκοπες αναγωγές σε πλασματικά ημερομίσθια για την περίοδο της εκ περιτροπής απασχόλησης, και το μόνο που χρειαζόμαστε είναι η γνώση του μισθού – ημερομισθίου πλήρους απασχόλησης.

Το ποσόν αυτό κατά ρητή διάταξη νόμου (άρθρο 3 του Α.Ν. 539/45 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του Ν.Δ. 4547/66), προκαταβάλλεται στον εργαζόμενο μαζί με το επίδομα αδείας κατά την έναρξη της αδείας. Επίσης το ποσό αυτό (χωρίς να υπόκειται σε εισφορές) οφείλεται στον μισθωτό σε περίπτωση της καθ οἱονδήποτε τρόπο λύσεως της σχέσεως εργασίας, πριν από τη λήψη της αδείας (άρθρο 5 παρ. 4 και 5 του Α.Ν. 539/45, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 παρ. 3 του Ν. 1346/83).